Θυγατριδοῦς ἀσπασάμενος

Ἡ ὑψηλότερη τιμὴ γιὰ μία πόλη στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἦταν ἡ κατάκτηση νίκης στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες ἀπὸ ἕναν πολίτη της• γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ γκρέμιζαν ἕνα μέρος τῶν τειχῶν γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦν τὸν νικητή, ἦταν σὰν νὰ τοῦ παρέδιδαν τὴν πόλη. Στὴν πιὸ εὐτυχῆ στιγμὴ ἦταν ὅταν, «διὸ βέλτιον ὁ Λὰκων τὸν Ὀλυμπιονίκην Διαγόραν ἐπιδόντα μὲν υἱοὺς στεφανουμένους Ὀλυμπίασιν»• διὰ τοῦτο πολὺ σωστὰ ὁ Σπαρτιάτης ἐκεῖνος, ὅταν ὁ Ὀλυμπιονίκης Διαγόρας εἶδε κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους στὴ Ρόδο τοὺς γιούς του στεφανουμένους στὴν Ὀλυμπία. «Ἐπιδόντα δὲ υἱωνοὺς καὶ θυγατριδοῦς ἀσπασάμενος»• ὅταν εἶδε παιδιὰ τῶν παιδιῶν του καὶ τῶν θυγατέρων του. «Κάτθανε, εἶπε, Διαγόρα• οὐκ εἰς τὸν Ὄλυμπον ἀναβήσῃ»• Πέθανε, εἶπε, Διαγόρα• δὲν θὰ ἀνεβεῖς στὸν Ὄλυμπο. «Τὰς δὲ Ὀλυμπιακὰς καὶ Πυθικὰς νίκας οὐκ ἄν, οἶμαί τις»• τὶς δὲ νίκες στοὺς Ὀλυμπιακοὺς καὶ Πυθικοὺς ἀγῶνες δὲν νομίζω ὅτι μπορεῖ κάποιος.