Φυλακαὶ παρανυκτερευόντων

Ἡ Θήβη, ἡ σύζυγος τοῦ τυράννου Ἀλεξάνδρου, εἶχε ἀποφασίσει τὴν δολοφονία του• κατέστρωσε τὰ σχέδιά της. «Ἔπειτὰ φοβουμένη τὴν ἀπιστίαν αὐτοῦ καὶ μισοῦσα τὴν ὠμότητα»• ἔπειτὰ φοβόταν τὴν κακοήθειά του καὶ μισοῦσε τὴν ὠμότητά του. «Συνθεμένη μετὰ τῶν ἀδελφῶν, τριῶν ὄντων, Τισιφόνου, Πυθολάου καὶ Λυκόφρονος, ἐπεχείρει τόνδε τὸν τρόπον»• συνεννοήθηκε μὲ τοὺς τρεῖς ἀδελφούς της, τὸν Τισιφόνο, Πυθόλαο καὶ Λυκόφρονα, καὶ συμφώνησαν στὸ ἀκόλουθο σχέδιο. «Τὴν μὲν ἄλλην οἰκίαν τοῦ τυράννου κατεῖχον αἱ φυλακαὶ τῶν παρανυκτερευόντων»• οἱ νυκτερινοὶ φρουροί φυλάγανε τὴν ὑπλοιπη οἰκία τοῦ τυράννου. «Ὁ δὲ θάλαμος, ἐν ᾧ καθεύδειν εἰώθεσαν, ὑπερῷος ἦν»• τὸ δὲ ὑπνοδωμάτιό τους ἦταν στὸ ὑπερῷο. «Καὶ πρὸ αὐτοῦ φυλακὴν εἶχε κύων δεδεμένος»• καὶ φύλαγε τὴν εἴσοδο σκύλος δεμένος. «Πᾶσι φοβερὸς πλὴν αὐτοῖς ἐκείνοις καὶ ἐνὶ τῶν οἰκετῶν τῷ τρέφοντι»• φοβερὸς γιὰ ὅλους, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἴδιους καὶ τὸν ὑπηρέτη ποὺ τὸν τάϊζε.