Κακίζουσα καὶ διομνυμένη

Ἡ Θήβη εἶχε μπροστὰ στὴν κρεβατοκάμαρα ὅπου κοιμόταν ὁ Ἀλέξανδρος, τοὺς τρεῖς ἀδελφούς της,• αὐτὴ εἶχε ἀφαιρέσει τὸ ξίφος του. «Ἐκπεπληγμένων δὲ τῶν νεανίσκων καὶ κατοκνούντων»• ἐπειδὴ τρόμαξαν καὶ φοβήθηκαν οἱ νεανίσκοι. «Κακίζουσα καὶ διομνυμένη μετ’ ὀργῆς αὐτὴ τὸν Ἀλέξαδρο ἐξεγείρασα μηνύσειν τὴν πρᾶξιν»• τοὺς μάλλωνε καὶ ὁρκιζόταν ὀργισμένη ὅτι θὰ ξυπνήσει τὸν Ἀλέξανδρο καὶ θὰ καταγγείλει τὴν πράξη τους. «Αἰσχυνθέντας αὐτοὺς ἅμα καὶ φοβηθέντας εἰσήγαγε καὶ περιέστησε τῇ κλίνῃ προσφέρουσα τὸν λύχνον»• ντροπιασμένους ἀλλὰ καὶ φοβισμένους ταυτοχρόνως τοὺς ἔβαλε μέσα γύρω ἀπ’ τὸ κρεβάτι, κρατώντας τὸ λυχνάρι. «Τῶν δὲ ὁ μὲν τοὺς πόδας κατεῖχε πιέσας, ὁ δὲ τὴν κεφαλὴν λαβόμενος τῶν τριχῶν ἀνέκλασεν»• ἔτσι ὁ ἕνας ἔπιασε τὰ πόδια του, ὁ δεύτερος τὸ κεφάλι τραβώντας τὰ μαλλιά. «Ὁ δὲ τρίτος τῷ ξίφει τύπτων αὐτὸν διεχρήσατο»• ὁ δε τρίτος τὸν χτύπησε μὲ τὸ ξίφος καὶ τὸν σκότωσε.