Θαυμάσαντα τὴν ἀγχίνοιαν

Ὁ Σκύθης Ἀνάχαρσις ἔφθασε στὸ σπίτι τοῦ Σόλωνος, λέγοντας ὅτι, «ὡς ξένος ὢν ἀφῖκται φιλίαν ποιησόμενος καὶ ξενίαν πρὸς αὐτόν»• ἡ μητέρα του ἦταν Ἑλληνίδα καὶ τοῦ δίδαξε τὴν ἑλληνικὴ παιδεία. «Ἀποκριναμένου δὲ τοῦ Σόλωνος ὡς οἴκοι βέλτιόν ἐστι ποιεῖσθαι φιλίας»• ὅταν τοῦ ἀπάντησε ὁ Σόλων ὅτι στὴν πατρίδα του εἶναι καλύτερα νὰ πιάσει φίλους. «Οὐκοῦν, φάναι τὸν Ἀνάχαρσιν, αὐτὸς ὢν οἴκοι σύ ποίησαι φιλίαν καὶ ξενίαν πρὸς ἡμᾶς»• λοιπόν, ἀπάντησε ὁ Ἀνάχαρσις, ἐσὺ ποὺ βρίσκεσαι σπίτι σου κάνε φιλία πρὸς ἐμᾶς καὶ ξενία. «Οὕτω θαυμάσαντα τὴν ἀγχίνοιαν τοῦ ἀνδρὸς τὸν Σόλωνα δέξασθαι φιλοφρόνως»• ἔτσι θαύμασε ὁ Σόλων τὴν ἀγχίνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν δέχθηκε φιλοφρόνως. «Καὶ χρόνον τινὰ κατασχεῖν παρ’ αὑτῷ»• καὶ τὸν κράτησε ἀρκετὸ χρόνο σπίτι του. «Ἤδη δὲ δημόσια πράττοντα καὶ συνταττόμενον τοὺς νόμους»• διότι ἤδη ἀσχολοῦταν μὲ τὴν πολιτικὴ καὶ συνέτασσε τοὺς νόμους.