Διαλιπόντα ὀλίγας ἡμέρας

Ὁ Σόλων εἶχε ἀποχωρήσει ἀπ’ τὰς Ἀθήνας, μετὰ τὴν ψήφιση τῶν νόμων του καὶ τὴν ὑπόσχεση τῶν Ἀθηναίων ὅτι θὰ τοὺς σεβασθοῦν ὅσο θὰ λείπει∙ ἐπισκέφθηκε ὡς πρῶτο σταθμὸ τὴν Μίλητο. «Πρὸς Θαλῆν δ’ εἰς Μίλητον ἐλθόντα τὸν Σόλωνα θαυμάζειν»∙ πρὸς τὸν Θαλῆν, πρὸς τὸν ὁποῖο ἀπόρησε, ὅταν ἔφθασε στὴν Μίλητο. «Ὅτι γάμου καὶ παιδοποιΐας τὸ παράπαν ἠμέληκε»∙ ὅτι ἐντελῶς ἀδιαφόρησε ὁ φιλόσοφος γιὰ τὸν γάμο καὶ τὴν ἀπόκτηση τέκνων. «Καὶ τὸν Θαλῆν τότε μὲν σιωπῆσαι»∙ καὶ ὁ Θαλῆς τότε μὲν ἐσιώπησε. «Διαλιπόντα δ’ ὀλίγας ἡμέρας ἄνδρα παρακσευάσαι ξένον ἀρτίως ἥκειν φάσκοντα δεκαταῖον ἐξ Ἀθηνῶν»∙ ἀφοῦ πέρασαν λίγες μέρες παρουσίασε κάποιον ξένον ἄνδρα ὅτι ἔφθασε ἀπ’ τὰς Ἀθήνας μετὰ ἀπὸ δεκαήμερο ταξεῖδι. Ἦταν δεδομένη ἡ αἴσθηση τῆς ἑνιαίας φυλῆς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, πάνω ἀπ’ τὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν πόλεων, ἂν καὶ οἱ Ἴωνες ἐθεωροῦντο ἄποικοι τῶν Ἀθηναίων.