Ἐνδόξου καὶ πρωτεύοντος

Ὁ Σόλων ἐπισκέφθηκε τὴν Μίλητο, στὸ ταξεῖδι του ἐκτὸς Ἀθηνῶν μετὰ τὴν θέσπιση τῶν νόμων καὶ τὴν δέσμευση τῶν Ἀθηναίων νὰ τοὺς σεβασθοῦν∙ ἐκεῖ συνάντησε μὲ τὸν Θαλῆ καὶ τὸν ρώτησε, γιατὶ ἔμεινε ἄγαμος, ἀλλὰ ὁ Μιλήσιος τοῦ παρουσίασε ἕναν ξένο, ὅτι μόλις ἀφίχθη ἀπ’ τὰς Ἀθήνας. «Πυθομένου δὲ τοῦ Σόλωνος, εἰ δή τι καινὸν ἐν ταῖς Ἀθήναις»∙ τὸν ρώτησε ὁ Σόλων, ἂν ἔχει κάτι νέο ἀπ’ τὰς Ἀθήνας. «Δεδιδαγμένου ἃ χρὴ λέγειν τὸν ἄνθρωπον «οὐδὲν» εἰπεῖν»∙ δασκαλεμένος αὐτὸς τὸ τί ἔπρεπε νὰ πεῖ, τίποτε ἀπάντησε. «Ἕτερον, εἰ μὴ νὴ Δία νεανίσκου τινὸς ἦν ἐκφορὰ καὶ προὔπεμψεν ἡ πόλις»∙ τίποτε, μὰ τὸν Δία, ἐκτὸς ἀπ’ τὴν κηδεία νεαροῦ ποὺ συνόδευσε ἡ πόλις. «Ἦν γὰρ υἱός, ὡς ἔφασαν, ἀνδρὸς ἐνδόξου καὶ πρωτεύοντος ἀρετῇ τῶν πολιτῶν»∙ ἦταν υἱός, ὅπως ἔλεγαν, ἀνδρὸς ἐνδόξου καὶ πρώτου σὲ ἀρετὴ μεταξὺ τῶν πολιτῶν.