Ἀποδημεῖν ἔφασαν αὐτὸν

Ὁ Σόλων, ὅταν συνηντήθη μὲ τὸν Θαλῆ, τὸν ρώτησε, γιατὶ δὲν νυμφεύθηκε κι ὁ Μιλήσιος τοῦ ἔστησε τὴν παγίδα, μὲ κάποιον ἀφιχθέντα ἐξ Ἀθηνῶν∙ αὐτὸς εἶπε ὅτι παρακολούθησε τὴν κηδεία ἑνὸς νεαροῦ υἱοῦ ἐπωνύμου Ἀθηναίου. Ὁ πατέρας του «οὐ παρῆν δέ, ἀλλ’ ἀποδημεῖν ἔφασαν αὐτὸν ἤδη πολὺν χρόνον»∙ δὲν παρεβρισκόταν, διότι εἶχε ἀποδημήσει ἀπὸ ἀρκετὸ καιρό. «Ὡς δυστυχὴς ἐκεῖνος», φάναι τὸν Σόλωνα»∙ Ὦ! Τὸν δυστυχῆ αὐτόν, εἶπε ὁ Σόλων. «Τίνα δὲ ὠνόμαζον αὐτόν;» Καὶ πῶς τὸν ὀνόμαζαν αὐτόν. «Ἤκουσα» φάναι «τοὔνομα» τὸν ἄνθρωπον «ἀλλ’ οὐ μνημονεύω»∙ ἄκουσα, εἶπε τὸ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν τὸ θυμᾶμαι. «Πλὴν ὅτι πολὺς λόγος ἦν αὐτοῦ σοφίας καὶ δικαιοσύνης»∙ ἐκτὸς τοῦ ὅτι γινόταν πολὺς λόγος γιὰ τὴν σοφία του καὶ τὴν δικακιοσύνη του. Σὲ σκληρὴ δοκιμασία ἔβαζε τὸν Σόλωνα ὁ Θαλῆς∙ τὰ παιχνίδια μεταξὺ τῶν σοφῶν ἦταν στὴν ἡμερήσια διάταξη.