Θαλῆν ἐπιλαβόμενον αὐτοῦ

Ὁ Σὀλων ἔπεσε στὴν παγίδα τοῦ Θαλῆ, ὅτι δῆθεν ἔφθασε κάποιος ἀπ’ τὴν Ἀθήνα, ὅπου εἶχε παρακολουθήσει τὴν κηδεία ἑνός νέου∙ ὅταν ρώτησε τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα κατάλαβε ὅτι ἦταν ὁ γιός του καὶ χτύπαγε τὸ κεφάλι του. «Τὸν δὲ Θαλῆν ἐπιλαβόμενον αὐτοῦ καὶ γελάσαντα»∙ ὁ Θαλῆς τὸν ἔπιασε καὶ γέλασε. «Ταῦτά τοι» φάναι «ὦ Σόλων ἐμὲ γάμου καὶ παιδοποιΐας ἀφίστησιν»∙ αὐτὰ λοιπόν, εἶπε, μὲ ἔκαναν ἒ Σόλωνα νὰ ἀπέχω γάμου καὶ παιδοποιΐας. «Ἃ καὶ σὲ κατερείπει τὸν ἐρωμενέστατον»∙ ποὺ καὶ ἐσένα συντρίβουν τὸν δυνατώτερο. «Ἀλλὰ θάρεει τῶν λόγων ἕνεκα τούτων∙ οὐ γάρ εἰσιν ἀληθεῖς»∙ ἀλλὰ μὴν ἀνυσηχεῖς ἀπὸ αὐτά∙ δὲν εἶναι ἀλήθεια. «Ταῦτα μὲν οὖν Ἕρμιππος ἱστορεῖν φησι Πάταικον»∙ αὐτὰ λοιπὸν λέει ὁ ἀλεξανδρινὸς Ἕρμιππος ὅτι τὰ γράφει ὁ πυθαγόρειος Πάταικος∙ αὐτὸς ἰσχυριζόταν ὅτι ἦταν μετεμψύχωση τοῦ μεγάλου μυθογράφου Αἰσώπου, δούλου ἀπ’ τὴν Φρυγία στὴν πραγματικότητα.