Ὄχλου πολλοῦ συνδραμόντος

Ὁ Σόλων, γιὰ νὰ ἀκυρώσει τὸν νόμο ποὺ ἀπαγόρευε στοὺς Ἀθηναίους νὰ ζητήσουν τὴν ἀνάκτηση τῆς Σαλαμῖνος ἀπ’ τοὺς Μεγαρεῖς, ἔκανε τὸν τρελό∙ εἶχαν διαδώσει ὅτι τρελάθηκε καὶ μιὰ μέρα βγῆκε μὲ ἕνα σκουφὶ στὸ κεφάλι του. «Ὄχλου δὲ πολλοῦ συνδραμόντος ἀναβὰς ἐπὶ τὸν τοῦ κήρυκος λίθον ἐν ᾠδῇ διεξῆλθε τὴν ἐλεγείαν»∙ ἀφοῦ συγκεντρώθηκε πολὺς κόσμος, ἀνέβηκε στὸ πέτρινο βῆμα τοῦ κήρυκος καὶ τραγούδησε τὴν ἐλεγεία. «Ἧς ἔστιν ἡ ἀρχή, Αὐτὸς κῆρυξ ἦλθον ἀφ’ ἱμερτῆς Σαλαμῖνος,/ κόσμον ἐπέων ᾠδῂν ἀντ’ ἀγορῆς θέμενος»∙ τῆς ὁποίας ἡ ἀρχὴ εἶναι, Ἐγὼ ἦρθα κήρυκας ἀπ’ τὴν ἀγαπημένη Σαλαμῖνα,/ καὶ τραγοῦδι ἀντὶ γιὰ λόγια θὰ σᾶς πῶ. «Τοῦτο τὸ ποίημα Σαλαμὶς ἐπιγέγραπται καὶ στίχων ἑκατόν ἐστι»∙ αὐτὸ τὸ ποίημα ἐπιγράφεται Σαλαμὶς καὶ ἔχει ἑκατὸ στίχους. «Χαριέντως πάνυ πεποιημένον»∙ μὲ πολλὺ χάρι ἔχει γραφεῖ. Στὴν ἀνάταση τῶν νέων Ἀθηναίων ἀπέβλεπε ὁ σοφὸς πολιτικός.