Προστησάμενοι τὸν Σόλωνα

Ὁ Σόλων, προσποιούμενος τὸν τρελό, βγῆκε στὴν Ἀγορὰ κι ἐπάνω στὴν πέτρα τοῦ κήρυκος ἀπήγγειλε τὴν ἐλεγεία «Σαλαμίς»∙ οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν χάσει τὴν Σαλαμίνα στὸν πόλεμο μὲ τοὺς Μεγαρεῖς κι εἶχαν ψηφίσει νόμο, ὅτι θὰ καταδικαζόταν σὲ θάνατο, ὅποιος ἔθετε τὸ θέμα αὐτό. «Τότε δὲ ᾀσθέντος αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων τοῦ Σόλωνος ἀρξαμένων ἐπαινεῖν»∙ τότε λοιπὸν ἀφοῦ τραγουδήθηκε ἡ ἐλεγεία καὶ οἱ φίλοι τοῦ Σόλωνος ἄρχισαν ἐπαινεῖν αὐτόν. «Μάλιστα δὲ τοῦ Πεισισράτου τοῖς πολίταις ἐγκελευομένου καὶ παρορμῶντος πεισθῆναι τῷ λέγοντι»∙ περισσότερο δὲ ὁ Πεισίστρατος παρότρυνε τοὺς πολὶτες νὰ πεισθοῦν ἀπ’ τὰ λόγια τοῦ ὁμιλητοῦ. «Λύσαντες τὸν νόμον αὖθις ἥπτοντο τοῦ πολέμου προστησάμενοι τὸν Σόλωνα»∙ κατήργησαν τὸν νόμο κι ἀμέσως ἄρχισαν τὸν πόλεμο ἐκλέγοντας ἀρχηγό τους τὸν Σόλωνα. Ἦταν ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναδείξεως τῶν Ἀθηνῶν ὡς ναυτικῆς δυνάμεως∙ χωρὶς τὴν Σαλαμίνα ἔκλεινε ἡ ἔξοδός τους πρὸς τὴν θάλασσα.