Καὶ τυραννεύσας Ἀθηνῶν

Ὁ Σόλων εἶχε ἀρνηθεῖ τὴν ἀνάδειξή του σὲ τύραννο τῶν Ἀθηνῶν, παρὰ τὶς πιέσεις πολλῶν καὶ φίλων του∙ μετὰ τὴν ἐκλογἠ του σὲ διαλλακτὴ καὶ νομοθέτη, προτίμησε τὴν ὑποβολὴ πρὸς ψήφισιν ἀπ’ τὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου τῶν νόμων, κι ἀπάντησε μὲ ἕνα ποίημά του. Δὲν θὰ ἦταν γνωστικὸς καὶ συνετός, ἂν τοὺς ἄκουγε, «περιβαλὼν δ’ ἄγαν ἀγασθεὶς οὐκ ἐπέσπασεν μέγα/»∙ ἀνέλαβε κι ἀπ’ τὴν πολλὴ χαρά του δὲν τράβηκε τὸ γεμᾶτο. «Δίκτυον, θυμοῦ θ’ ἁμαρτῇ καὶ φρενῶν ἀποσφαλείς/»∙ δίχτυ, τί εἶχε χάσει τὴν καρδιά του καὶ τὰ μυαλά του. «Ἤθελεν γάρ κεν κρατήσας, πλοῦτον ἄφθονον λαβών/»∙ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἐπικρατήσει, κι ἄφθονο πλοῦτο νὰ πάρει. «Καὶ τυραννεύσας Ἀθηνῶν μοῦνον ἡμέραν μίαν/»∙ καὶ τύραννος νὰ γίνη τῶν Ἀθηνῶν μιὰ μόνο ἡμέρα. «Αὐτὸς ὕστερον δεδάρθαι κἀπιτετρῖφθαι γένος»∙ αὐτός, κι ὕστερα νὰ τὸν γδάρουν καὶ νὰ χαθεῖ τὸ γένος του.