Καταβιαζομένους τὴν φύσιν

Τὸν νόμο σχολιάζει ὁ Πλούταρχος ποὺ ἐπιτρέπει σὲ ὅποιον παντρεύθηκε συγγενῆ του, γιὰ λόγους κληρονομίας κι ἦταν ἀνίκανος γιὰ συνουσία, ἐπιτρέπειν στὴ σύζυγο νὰ πηγαίνει μὲ ἕναν ἀπ’ τοὺς συγγενεῖς της∙ ἦταν παλαιὸ ἔθιμο αὐτό, πρὶν ἀκόμη ἀπ’ τὸν Σόλωνα. «Καὶ τοῦτο δ’ ὀρθῶς ἔχειν τινές φασι πρὸς τοὺς μὴ δυναμένους συνεῖναι»∙ καὶ αὐτὸ ὀρθῶς θεσμοθετήθηκε λένε μερικοὶ γιὰ ὅσους εἶναι ἀνίκανοι πρὸς συνουσία. «Χρημάτων δ’ ἕνεκα λαμβάνοντας ἐπικλήρους καὶ τῷ νόμῳ καταβιαζομένους τὴν φύσιν»∙ διότι παντρεύονται ὀρφανὰ κορίτσια γιὰ τὰ χρήματα καὶ χάρις στὸν νόμο παραβιάζουν τὴν φύση. «Ὁρῶντες γὰρ ᾧ βούλεται τὴν ἐπίκληρον συνοῦσαν ἢ προήσονται τὸν γάμον»∙ διότι ὅταν βλέπουν τὴν γυναῖκα τους μὲ ἄλλον ἢ θὰ διαλύσουν τὸν γάμο. «Ἢ μετ’ αἰσχύνης καθέξουσι, φιλοπλουτίας καὶ ὕβρεως δίκην διδόντες»∙ ἢ ντροπιασμένοι θὰ τὸν κρατήσουν, τιμωρούμενοι γιὰ τὸν φιλοχρηματισμό τους καὶ τὴν τόση κακοήθειά τους.