Ἔπεμψε τοὺς ἐρησομένους

Ὁ Κροῖσος εἶχε χάσει τὸν πόλεμο μὲ τὸν Κύρο τῶν Περσῶν κι εἶχε καταδικασθεῖ σὲ θάνατο διὰ τῆς πυρᾶς∙ ὅταν τὸν ἀνέβασαν στὸ ἰκρίωμα, θυμήθηκε τὸν Σόλωνα καὶ φώναξε τρεῖς φορές, Σόλων, Σόλων, Σόλων. «Θαυμάσας οὖν ὁ Κύρος ἔπεμψε τοὺς ἐρησομένους»∙ ἀπορήσας ὁ Κύρος ἔστειλε νὰ τὸν ρωτήσουν. «Ὅστις ἀνθρώπων ἢ θεῶν οὗτός ἐστιν ὁ Σόλων ὃν τύχαις ἀπόροις μόνον ἀνακαλεῖται»∙ ποιὸς εἶναι ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους ἢ τοὺς θεοὺς ὁ Σόλων, τὸν ὁποῖο ἐπικαλεῖται στὶς κρίσιμες στιγμές. «Καὶ ὁ Κροῖσος οὐδὲν ἀποκρυψάμενος εἶπεν ὅτι»∙ καὶ ὁ Κροῖσος χωρὶς τίποτε νὰ ἀποκρύψει ἀπάντησε ὅτι. «Τῶν παρ’ Ἕλλησι σοφῶν εἷς οὗτος ἀνήρ»∙ ἕνας ἀπ’ τοὺς σοφοὺς τῶν Ἑλλήνων εἶναι αὐτὸς ὁ ἄνδρας. «Ὃν ἐγὼ μετεπεμψάμην οὐκ ἀκοῦσαί τι βουλόμενος οὐδὲ μαθεῖν ὧν ἐνδεὴς ἤμην»∙ τὸν ὁποῖο ἐγὼ κάλεσα κοντά μου, ἀδυνατῶν ἀκοῦσαι ἢ μαθεῖν κάτι, ὅσων δὲν γνώριζα.