Μὴ θρασυνόμενον ἀβεβαίοις

Ὁ Κροῖσος εἶχε ἀποπέμψει τὸν Σόλωνα, ἀλλὰ ἔχασε τὸν πόλεμο μὲ τὸν Κύρο τῶν Περσῶν∙ πάνω στὴν πυρὰ φώναξε τὸ ὄνομά του κι ὁ Κύρος τὸν ρώτησε γιατί. Ἀπάντησε, ὅτι κάποιον Ἕλληνα σοφὸ τὸν ἔδιωξα, «ὡς δή μοι θεατὴς γένοιτο καὶ μάρτυς ἀπίοι τῆς εὐδαιμονίας ἐκείνης»∙ γιατὶ δὲν θαύμασε οὔτε ἐξύμνησε ἐκείνη τὴν εὐδαιμονία. «Ἣν ἀποβαλεῖν ἄρα μεῖζον ἦν κακὸν ἢ λαβεῖν ἀγαθόν»∙ τὴν ὁποὶα χάνοντας εἶναι μεγαλύτερο κακό, παρὰ ἀποκτώντας την ἀγαθόν. «Αἱ μεταβολαὶ δέ μοι αὐτῆς εἰς πάθη δεινὰ καὶ συμφορὰς ἀνηκέστους ἔργῳ τελευτῶσι»∙ ἀλλὰ οἱ ἀλλαγές της τελειώνουν μὲ δυστυχίες ἄσχημες καὶ ἀθεράπευτες συμφορές. «Καὶ ταῦτ’ ἐκεῖνος ὁ ἀνὴρ ἐκ τῶν τότε τὰ νῦν τεκμαιρόμενος ἐκέλευε»∙ καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ τὰ παρόντα προέβλεπε τὰ μέλλοντα. «Τὸ τέλος τοῦ βίου σκοπεῖν καὶ μὴ θρασυνόμενον ἀβεβαίοις ὑπονοίαις ὑβρίζειν»∙ τὸ τέλος νὰ σκέπτεσαι κι ὄχι τὸ ἀβέβαιο παρόν.