Μὴ προέσθαι τὴν ἐλευθερίαν

Στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου ὁ Πεισίστρατος ἐπέτυχε τὴν ἔγκριση γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν κορυνηφόρων, τῶν σωματοφυλάκων του, χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀντίδραση∙ οἱ περισσότεροι σιωποῦσαν, διότι εἶχε τὴν ὑποστήριξη τῶν φτωχῶν ποὺ θορυβοῦσαν ὑπὲρ αὐτοῦ. «Ὁ δὲ Σόλων ἤδη μὲν ἦν σφόδρα γέρων καὶ τοὺς βοηθοῦντας οὐκ εἶχεν»∙ ὁ δὲ Σόλων ἦταν ἤδη πολὺ γέρων καὶ δὲν εἶχε τοὺς ὑποστηρικτές του. «Ὅμως δὲ προῆλθεν εἰς ἀγορὰν καὶ διελέχθη πρὸς τοὺς πολίτας»∙ κατέβηκε ὅμως στὴν Ἀγορὰ καὶ συζήτησε μὲ τοὺς πολῖτες. «Τὰ μὲν κακίζων τὴν ἀβουλίαν αὐτῶν καὶ τὴν μαλακίαν»∙ γιὰ τὰ μὲν κακίζοντάς τους, γιὰ τὴν ἀβουλία τους καὶ τὴν ραθυμία τους. «Τὰ δὲ παροξύνων ἔτι καὶ παρακαλῶν μὲ προέσθαι τὴν ἐλευθερίαν»∙ γιὰ ἄλλα προτρέποντάς τους καὶ παρακαλώντας τους νὰ μὴν ἐγκαταλείψουν τὴν ἐλευθερία. Ἦταν ἀργὰ πιὰ οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ὑποταχθεῖ στὸν τύραννο καὶ στοὺς ἔμμισθους ροπαλοφόρους του.