Τῶν ἁλόντων ὑπ’ Ἀλεξάνδρου

Ὁ μέγας βασιλεὺς εἶχε προσφέρει στὸν Θεμιστοκλῆ, ὅταν αὐτὸς τὸν προκύνησε στὰ Σοῦσσα, τρεῖς πόλεις, γιὰ ἄρτο, οἶνο καὶ ποτό∙ ὅταν ὅμως ὁ βασιλεὺς τοῦ ζήτησε τὴν βοήθειά του γιὰ νέα εἰσβολὴ στὴν Ἑλλάδα εἶπε στὰ παιδιά του: «Ὦ παῖδες, ἀπωλόμεθα ἄν, εἰ μὴ ἀπωλόμεθα»∙ παιδιά μου, χανόμαστε, ἂν δὲν χαθοῦμε, γιατὶ γίνονταν πλέον προδότες, καὶ αὐτοκτόνησε. «Τοῦτο περὶ τῶν ἁλόντων ὑπ’ Ἀλεξάνδρου δικαιότερόν ἐστιν εἰπεῖν»∙ αὐτὸ γιὰ τοὺς κατακτημένους ἀπ’ τὸν Ἀλέξανδρο εἶναι σωστότερο νὰ λέγεται. «Οὐκ ἂν ἐνημερώθησαν, εἰ μὴ ἐκρατήθησαν»∙ δὲν ἐξημερώνονταν, ἂν δὲν κατακτιόνταν. «Οὐκ ἂν εἶχεν Ἀλεξάνδρειαν Αἴγυπτος οὐδὲ Μεσοποταμία Σελεύκειαν οὐδὲ Προφθασίαν Σογδιανὴ οὐδ’ Ἰνδία Βουκεφαλίαν οὐδὲ πόλιν Ἑλλάδος Καύκασος παροικοῦσαν»∙ ἂν δὲν εἶχε ἀποκτήσει τὴν Ἀλεξάνδρεια ἡ Αἴγυπτος, οὔτε τὴν Σελεύκεια ἡ Μεσοποταμία, οὔτε τὴν Προφθασία ἡ Σογδιανή, οὔτε ἡ Ἰνδία τὴν Βουκεφαλίαν, οὔτε τὴν πόλη Ἑλλάς ὁ Καύκασος.