Νικηθήσεται δὲ βασιλεὺς

Ἀπὸ μικρὸς εἶχε δείξει τὸν εὐγενῆ χαρακτῆρα του ὁ Ἀλέξανδρος∙ ἦταν ὁ ταχύτερος τῶν συνομηλίκων του καὶ ὅταν τοῦ εἴπανε νὰ τρέξει στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες, ρώτησε ἂν πηγαίνουν βασιλεῖς. «Τῶν δ’ ‘’οὒ’’ φαμένων ἄδικον εἶπεν εἶναι τὴν ἅμιλλαν, ἐν ᾗ νικήσει μὲν ἰδιώτας νικηθήσεται δὲ βασιλεύς»∙ ὅταν τοῦ ἀπάντησαν ‘’ὄχι’’, ἄδικη εἶπε εἶναι τότε ἡ ἅμιλλα, κατὰ τὴν ὁποία θὰ νικήσει ἰδιῶτες, ἀλλὰ θὰ νικηθεῖ ὡς βασιλεύς. «Τοῦ δὲ πατρὸς Φιλίππου λόγχῃ τὸν μηρὸν ἐν Τριβαλλοῖς διαπαρέντος»∙ στὸ δὲ πατέρα του Φίλιππο, ὅταν μὲ λόγχη τραυματίσθηκε στὸν μηρὸ ἀπ’ τοὺς Τριβαλλούς. «Καὶ τὸν κίνδυνον διαφυγόντος ἀχθομένου δὲ τῇ χωλότητι»∙ καὶ τὸν μὲν κίνδυνο διέφυγε, ἀλλὰ παραπονιόταν γιὰ τὴν χωλότητά του. «Θάρρει πάτερ ἔφη καὶ πρόιθι φαιδρῶς, ἵνα τῆς ἀρετῆς κατὰ βῆμα μνημονεύεις»∙ κουράγιο πατέρα, εἶπε, καὶ προχώρα χωλαίνοντας, γιὰ νὰ μνημονεύεις σὲ κάθε βῆμα τὴν ἀρετή σου.