Τὸν ἁρμονικὸν Ἀνάξαρχον

Ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος προσκύνησε τὴν Τροία, κάποιος ντόπιος τοῦ πρότεινε νὰ τοῦ δώσει μία λύρα σὰν αὐτὴ τοῦ Πάριδος∙ αὐτὸς ὅμως ἀπάντησε ὅτι εἶχε ἐκείνη τοῦ Ἀχιλλέως. «Ἡ δὲ Πάριδος πάντως μαλακήν τινα καὶ θήλειαν ἁρμονίαν ἐρωτικοῖς ἔψαλλε μέλεσι»∙ ἡ δὲ τοῦ Πάριδος πάντως τραγουδοῦσε σὲ χαλαρὴ θηλυκὴ ἁρμονία τοὺς ἐρωτικοὺς ρυθμούς. «Φιλοσόφου τοίνυν ἐστὶ ψυχῆς σοφίας ἐρᾶν καὶ σοφοὺς ἄνδρας θαυμάζειν μάλιστα»∙ ἔπειτα ἡ ψυχὴ τοῦ φιλοσόφου ἀγαπάει τὴν σοφία καὶ θαυμάζει μάλιστα τοὺς σοφοὺς ἄνδρες. «Τοῦτο δ’ Ἀλεξάνδρῳ προσῆν ὡς οὐδενὶ τῶν βασιλέων»∙ αὐτὸ περισσότερο ταίριαζε στὸν Ἀλέξανδρο, ὅσο σὲ κανέναν βασιλέα. «Καὶ πῶς μὲν εἶχε πρὸς Ἀριστοτέλην εἴρηται»∙ καὶ εἶναι γνωστὲς οἱ σχέσεις του μὲ τὸν Ἀριστοτέλη. «Καὶ ὅτι τὸν μὲν ἁρμονικὸν Ἀνάξαρχον ἐντιμότατον τῶν φίλων ἐνόμιζε»∙ καὶ ὅτι εἶχε μαζί του τὸν Ἀβδηρίτη φιλόσοφο Ἀνάξαρχο ποὺ θεωροῦσε ὡς ἐντιμότατο μεταξὺ τῶν φίλων του.