Καὶ πόα γῆς ἐγκατακλιθῆναι

Τὴν σύγκριση τοῦ κυνικοῦ Διογένους μὲ τοὺς Ἰνδοὺς γυμνοσοφιστὲς ἐπιχειρεῖ στοὺς διαλογισμούς του ὁ Ἀλέξανδρος∙ ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ἑνιαῖο νόμισμα διατηρεῖ τὴν ἑνότητα τῆς αὐτοκρατορίας του. «Τροφὴν γὰρ οὐκ ἀποτίθενται, πρόσφατον ἀεὶ καὶ νέαν ἀπὸ γῆν ἔχοντες»∙ διότι δὲν ἀποθηκεύουν τροφή, παίρνουν νέα κάθε φορὰ ἀπ’ τὴν γῆ. «Πότον δὲ ποταμοὶ ῥέουσι∙ φύλλα δ’ αὐτοῖς δένδρων ἀποχυθέντα καὶ πόα γῆς ἐγκατακλιθῆναι»∙ νερὸ πίνουν ἀπ’ τὰ ποτάμια∙ πεσμένα φύλλα δὲ τῶν δένδρων καὶ χαμηλὴ βλάστηση εἶναι κρεββάτι. «Δι’ ἐμὲ κἀκεῖνοι Διογένη γνώσονται καὶ Διογένης ἐκείνους»∙ γιὰ μένα αὐτοὶ πρέπει νὰ γνωρίσουν τὸν Διογένη καὶ ὁ Διογένης ἐκείνους. «Δεῖ κἀμὲ νόμισμα παρακόψαι καὶ παραχαράξαι τὸ βαρβαρικὸν Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ»∙ πρέπει γιὰ μένα νὰ κόψουμε καὶ νόμισμα καὶ νὰ προσδέσουμε τὴν βαρβαρικὴ στὴν Ἑλληνικὴ πολιτεία. Τὴν ἰσχυρὴ πολιτικὴ συνοχὴ ποὺ δίδει τὸ νόμισμα στὴν πολιτεία, ἀναγνωρίζει σαφέστατα ὁ Ἀλέξανδρος.