Ὅτι οὐκ ἔλαβε θαυμάζομεν

Ὁ Ἀλέξανδρος ἀποδοκίμασε, ἀποκαλῶντάς τον «κάκιστον τῶν ἀνθρώπων», τὸν ὕπαρχο τῆς Ἰωνίας ποὺ τοῦ προξένευε ἕναν ὡραῖο νεανία∙ ἦταν ὅμως ὑπεράνω χρημάτων καὶ πολὺ γενναιόδωρος πρὸς τοὺς σοφοὺς καὶ τοὺς καλλιτέχνες. «Ξενοκράτην, πεντήκοντα τάλαντα δωρεὰν Ἀλεξάνδρου πέμψαντος, ὅτι οὐκ ἔλαβε θαυμάζομεν»∙ τὸν Ξενοκράτη πρύτανι τῆς Ἀκαδημίας, πρὸς τὸν ὁποῖο ἔστειλε πενῆντα τάλαντα δωρεάν, τὸν θαυμάζουμε γιατὶ τὰ ἀρνήθηκε. «Τὸ δὲ δοῦναι, οὔ;» Τὴν προσφέροντα ὅμως, ὄχι; «Ἢ οὐχ ὁμοίως καταφρονεῖν χρημάτων δοκοῦμεν τὸν μὴν προσιέμενον καὶ καὶ τὸν χαριζόμενον;» ἢ μήπως δὲν πιστεύουμε ὅτι εἶναι τὸ ἴδιο ὅποιος καταφρονεῖ τὰ χρήματα καὶ τὸν μὴν ἀποδεχόμενο αὐτὰ καὶ τὸν χαρίζοντα. «Οὐκ ἐδεῖτο πλούτου Ξενοκράτης διὰ φιλοσοφίαν, Ἀλέξανδρος δ’ ἐδεῖτο διὰ φιλοσοφίαν, ἵνα τοιούτοις χαρίζηται»∙ δὲν χρειαζόταν πλοῦτο γιὰ τὴν φιλοσοφία ὁ Ξενοκράτης, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος χρειαζόταν, καὶ γι’ αὐτὸ τὰ χάριζε. Τὸν χαρακτῆρα του ἔδειχνε ὁ βασιλεύς.