Ὧν ἔτερπες ἀντιτερπόμενος

Τὴν ἀχαριστία καὶ τὴν ἀνυποληψία τῶν τυράννων ἀπέναντι στὴν μεγαλοψυχία τοῦ Ἀλεξάνδρου παραθέτει ὁ Πλούταρχος∙ δὲν τηροῦσαν τὶς ὑποσχέσεις τους ἢ φερόντουσαν βάναυσα καὶ περιφρονητικὰ σὲ ὅσους εἶχαν στὴν αὐλή τους. «Διονύσιος γοῦν ὁ τύραννος, ὥς φασι, κιθαρῳδοῦ τινος ἀκούων εὐδοκιμοῦντος ἐπηγγείλατο δωρεὰν αὐτῷ τάλαντον»∙ ὁ Διονύσιος ὁ τύραννος, λένε λοιπόν, ὅτι ὅταν ἄκουσε κάποιον κιθαρωδὸ νὰ παίζει ὡραία τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ τοῦ δώσει ἕνα τάλαντο. «Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ τοῦ ἀνθρώπου τὴν ὑπόσχεσιν ἀπαιτοῦντος»∙ τὴν ἑπομένη ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπαιτοῦσε τὴν ὑπόσχεση. «’’Χθὲς εἶπεν εὐφραινόμενος ὑπὸ σοῦ παρ’ ὃν ᾖδες χρόνον εὔφρανα κἀγώ σε ταῖς ἐλπίσιν’’»∙ χθές, τοῦ ἀπάντησε, εὐχαριστούμενος ἀπὸ σένα γιὰ ὅσα τραγωδοῦσες σοῦ ζέσταινα τὶς ἐλπίδες, γιὰ νὰ τραγουδᾶς καλύετρα. «Ὥστ’ ἀπέχεις τὸν μισθὸν ὧν ἔτερπες ἀντιτερπόμενος»∙ ὥστε δὲν χρειάζεσαι ἀμοιβὴ γιὰ ὅσα εὐχαριστοῦσες τοῦ ἄλλους εὐχαριστούμενος καὶ ἐσύ. Φθηνὲς δικαιολογίες τῶν ἀχρείων.