Σίδνεϋ, τρεῖς οἱ νεκροὶ

Τρεῖς εἶναι οἱ νεκροί, μαζὶ μὲ τὸν τρομοκράτη, τῆς ὁμηρίας στὸ καφὲ τοῦ Σίδνεϋ∙ ἡ Αὐστραλία εἶχε πιστέψει ὅτι, λόγῳ ἀποστάσεως, ἦταν ἄλλο κόσμο ἀπ’ τὸ κύμα τῆς διεθνοῦς τρομοκρατίας, ἀλλὰ τὸ πλήρωσε ἄσχημα. Ὁ Ἰρανὸς πρόσφυγας δὲν ἦταν στὸν κατάλογο τῶν ὑπόπτων, παρ’ ὅλο ὅτι προπαγάνδιζε τὶς ἰσλαμικὲς ἰδέες του καὶ εἶχε διαπράξει σωρεία ἀδικημάτων∙ κυκλοφοροῦσε ἐλεύθερος κι ἔτσι μπῆκε στὸ καφὲ καὶ κράτησε τοὺς πελάτες ἐπὶ δεκαέξι ὧρες ὡς ὁμήρους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἕναν ἑλληνικῆς καταγωγῆς δικηγόρο, ὁ ὁποῖος μπόρεσε καὶ διέφυγε μὲ ἄλλους τέσσερες, πρὶν ἀπ’ τὴν ἐπιδρομὴ τῆς Ἀστυνομίας. Ὁ δράστης ἦταν Σιίτης καὶ δὲν ἀνῆκε στὴν δοξασία τοῦ χαλιφάτου, ὁπότε ἐνήργησε μόνος του καὶ αὐτὸ εἶναι χειρότερο, διότι δείχνει τὸ βάθος τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ στὴν ἐποχή μας∙ οἱ ἐκδηλώσεις βίας, ὅποιας μορφῆς ἀπ’ τὶς φυλετικὲς συγκρούσεις μέχρι τὰ βασανιστήρια, ταυτίζονται.