Ἐπικατέσκεψαν τὴν πόλιν

Οἱ ἑταῖροι τοῦ Ἀλεξάνδρου, μὲ πρώτους τοὺς Λιμναῖο, Λεοννᾶτο καὶ Πτολεμαῖο, πήδηξαν μέσα ἀπ’ τὸ τεῖχος τῆς βακτηριανῆς πόλεως καὶ βρῆκαν ἀναίσθητο τὸν βασιλέα τους∙ στάθηκαν μπροστά του ἀπέναντι στοὺς ἑκατοντάδες ἐχθρούς, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ἔσπαγαν τὶς πύλες καὶ γκρέμιζαν τὰ τείχη. «Καὶ ἐτρέψαντο μὲν οὖν τοὺς βαρβάρους οἱ Μακεδόνες, καὶ πεσοῦσιν αὐτοῖς ἐπικατέσκαψαν τὴν πόλιν»∙ καὶ ἔτρεψαν μὲν λοιπὸν σὲ φυγὴ τοὺς βαρβάρους οἱ Μακεδόνες, καὶ ἀφοῦ ἐπεσαν πάνω τους ἰσοπέδωσαν τὴν πόλη. «Ἀλεξάνδρῳ δ’ οὐδὲν ὄφελος»∙ γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο ὅμως δὲν ἦταν κανένα ὄφελος. «Ἀνήρπαστο γὰρ μετὰ τοῦ βέλους, καὶ τὸν κάλαμον ἐν τοῖς σπλάχνοις εἶχε»∙ διότι τὸν σήκωσαν μὲ τὸ βέλος στὸ στῆθος του, καὶ εἶχε τὸ καλάμι του μέσα στὰ σπλάχνα. «Καὶ δέσμος ἦν αὐτῷ καὶ ἦλος τὸ τόξευμα τοῦ θώρακος πρὸς τὸ σῶμα»∙ καὶ ἦταν σφηνωμένο καὶ καρφωμένο τὸ τόξο στὸ σῶμα.