Κλαίουσι καὶ περιπαθοῦσι

Ὅταν συνῆλθε ὁ Ἀλέξανδρος ἀπ’ τὸν σοβαρὸ τραυματισμό του στὸ στῆθος του, προσπάθησε μόνος του νὰ κόψει μὲ τὸ ἐγχειρίδιό του τὸ βέλος ἀπ’ τὸ πλευρό του, ἀλλὰ δέν μποροῦσε∙ εἶχε τραυματισθεῖ βαρειὰ στὴν βακτηριανὴ πόλη, ὅταν πήδησε πρῶτος μόνος του αὐτὸς μέσα στὰ τείχη της. «Καὶ τοῖς μὲν ἐλοιδορεῖτο κλαίουσι καὶ περιπαθοῦσι, τοὺς δὲ λιποτάκτας ἀπεκάλει, μὴ τολμῶντας αὐτῷ βοηθεῖν»∙ καὶ τοὺς μὲν ἀπ’ τοὺς ἑταίρους του τοὺς ἔβλεπε νὰ κλαῖνε καὶ νὰ χτυπιοῦνται, τοὺς δὲ ἀποκαλοῦσε λιποτάκτες, ἐπειδὴ δὲν τολμοῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν καὶ νὰ κόψουν τὸ βέλος. «Ἐβόα δὲ πρὸς τοὺς ἑταίρους»∙ φώναζε δὲ πρὸς τοὺς ἑταίρους. «’’Μηδεὶς ἔστω μηδ’ ὑπὲρ ἐμοῦ δειλός∙ ἀπιστοῦμαι μὴ φοβεῖσθε θάνατον, εἰ τὸν ἐμοῦ φοβεῖσθε ὑμεῖς’’∙ ‘’κανένας σας δὲν εἶναι παρὰ δειλὸς μόνο γιὰ μένα∙ ἀμφιβάλλω ὅτι δὲν φοβόσαστε τὸν θάνατον, ἐὰν τὸν δικό μου θάνατο ἐσεῖς φοβόσαστε’’.