Μήδ’ ἐπινοούντων βοήθειαν

Ὁ Ἐπαμεινώνδας εἶχε ἐπανακάμψει ἀπ’ τὴν δεύτερη εἰσβολή του στὴν Λακωνία καὶ εἶχε φθάσει ἔξω ἀπ’ τὴν Μαντινεία∙ οἱ Θηβαῖοι πολιόρκησαν τὴν πόλη καὶ ἦταν ἕτοιμοι γιὰ ἐπίθεση καὶ κατάληψή της. «Τῶν δὲ Μαντινέων ἔκπληξις ἦν καὶ ἀλαλαγμὸς καὶ διαδρομή»∙ τοὺς Μαντινεῖς κατέλαβε ἔκπληξη καὶ ἀλαλαγμὸς καὶ ἔτρεχαν χαμένοι. «Ὡς ῥεῦμα τὴν δύναμιν ἀθρόαν ἐμπίπτουσαν ἀπώσασθαι μὴ δυναμένων μηδ’ ἐπινοούντων βοήθειαν»∙ διότι ἔβλεπαν τὴν ξένη δύναμη νὰ πέφτει σὰν δυνατὸ ρεῦμα ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀπωθήσουν καὶ οὔτε περίμεναν βοήθεια. «Ἐν τούτῳ δὲ καιροῦ καὶ τύχης Ἀθηναῖοι κατέβαινον ἀπὸ τῶν ἄκρων εἰς τὴν Μαντινικήν»∙ ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκριβῶς ἐκ τύχης οἱ Ἀθηναῖοι κατέβαιναν ἀπ’ τὶς πλαγιὲς στὴν Μαντινεία. «Οὐκ εἰδότες τὴν ῥοπὴν οὐδὲ τὴν ὀξύτητα τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ πορευόμενοι καθ’ ἡσυχίαν»∙ δὲν γνώριζαν γιὰ τὶς ἐξελίξεις οὔτε γιὰ τὴν κρισιμότητα τοῦ πολέμου, παρὰ βάδιζαν μὲ ἡσυχία.