Ἀμερική, δίωξη Γουέϊνσταϊν

Ἡ ἄσκηση διώξεως, κατὰ τοῦ Χάρβεϋ Γουέϊνσταϊν, γιὰ σεξουαλικὴ παρενόχληση, ἀπ’ τὴν Εἰσαγγελία τῆς Νέας Ὑόρκης, ἔχει σχολιασθεῖ ποικολοτρόπως∙ οἱ θιασῶτες τῶν διώξεων καὶ τῆς ἠθικῆς ἀπαξιώσεως ὅσων ἀνδρῶν πίστευαν οἱ γυναῖκες ὅτι τὶς παρενοχλοῦσαν, εὐφράνθηκαν τὴν ἱκανοποίησή τους. Οἱ ὡριμότεροι πολιτικὰ καὶ πληρέστεροι στὴν ἔκφραση τῆς ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας κούνησαν σκωπτικὰ τὸ κεφάλι τους∙ οἱ διώξεις αὐτὲς καὶ ἡ πλύση ἐγκφάλου ὁδηγοῦν σὲ ἄλλες καταστάσεις, σὲ ὁλοκληρωτικὴ νοοτροπία καὶ ἀνερωτικὴ κοινωνία. Ἡ Κατρὶν Ντενὲβ ἔδωσε τὴν καλύτερη ἀπάντηση, «ἀφεῖστε τοὺς ἄνδρες νὰ μᾶς ἐνοχλοῦν», καὶ ἡ Μπριζὶτ Μπαρντώ, ἡ προσωποποίηση τῆς θηλυκότητος καὶ τῆς σεξουαλικῆς προκλήσεως μεταπολεμικά, εἶπε, ὅτι, «ἐμένα κανεὶς δὲν μὲ παρενόχλησε». Εἶπαν δηλαδή, ὅτι ἡ γυναῖκα ἀποβάλλει τὴν φύση της, χωρὶς τὸ ἀνδρικὸ πείραγμα.