Ὅταν ὁ Σόλων ἔφθασε στὴν αὐλὴ τοῦ βασιλέως Κροίσου συνάντησε πολλοὺς αὐλικοὺς πλούσια ἐνδεδυμένους∙ πίστευε ὅτι ὁ καθένας ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν ὁ βασιληᾶς, μὲ τοὺς φύλακες καὶ τοὺς δορυφόρους γύρω. «Μέχρι πρὸς αὐτὸν ἤχθη πᾶν ὅσον ἐν λίθοις, ἐν βαφαῖς ἐσθῆτος»∙ μέχρι ποὺ ὁδηγήθηκε πρὸς τὸν βασιλέα μὲ κάθε πολύτιμο λίθο, φανταχτερὰ φορέματα. «Ἐν τέχναις χρυσοῦ περὶ κόσμον ἐκπρεπὲς ἔχειν ἢ περιττὸν ἢ ζηλωτὸν ἐδόκει περικείμενον»∙ μὲ περίτεχνα στολίδια χρυσὰ καὶ κάθε τι ὑπερβολικὸ ἢ περιττὸ ἢ ἀξιοζήλευτο ἔχειν ἐπάνω του. «Ὡς δή θέαμα σεμνότατον ὀφθείη καὶ ποικιλώτατον»∙ καὶ προσέφερε θέαμα μεγαλοπρεπὲς καὶ ἀξιοπερίεργο. «Ἐπεὶ δ’ ὁ Σόλων ἄντικρυς καταστὰς οὔτ’ ἔπαθεν οὐδὲν οὔτ’ εἶπεν πρὸς τὴν ὄψιν ὧν ὁ Κροῖσος προσεδόκησεν»∙ ὅταν δὲ ὁ Σόλων βρέθηκε ἀπέναντί του δὲν ἐξεπλάγη οὔτε εἶπε τίποτε ἀπὸ ὅσα περίμενε ὁ Κροῖσος. Φάνηκαν περίεργα αὐτὰ στὸν Ἀθηναῖο καὶ λιτοδίαιτο πολιτικό.