Ὁ Πλούταρχος παροιμοιάζει τὴν προσωπικότητα τοῦ Ἀλεξάνδρου, μὲ ἐκείνη τοῦ Ἀγαμέμνονος ἀπ’ τὸν Ὅμηρο∙ ἄλλωστε ἦταν ὁ ἀγαπημένος του ποιητὴς καὶ ἔφερε πάντα μαζί του τὰ ποιήματά του, ὅπως τὸν εἶχε συμβουλεύσει ὁ διδάσκαλός του Ἀριστοτέλης, στὰ ὁποῖα ἀπευθυνόταν καὶ εὐχαριστιόταν τὴν ἀπόλαυσή τους, στὰ διαλείμματα τῶν μαχῶν. «Ὅμηρος μὲν γὰρ οὐ πρεπόντως οὐδὲ πιθανῶς τὸ Ἀγαμέμνονος κάλλος ἐκ τριῶν συνήρμοσε εἰκόνων ὁμοιώσας»∙ διότι ὁ μὲν Ὅμηρος ὄχι ὅπως ἔπρεπε οὔτε μὲ πιθανὴ προσέγγιση στὸ κάλλος τοῦ Ἀγαμέμνονος τὸν συνήρμοσε παρομοιάζοντάς τον μὲ τρεῖς εἰκόνες. «Ὄμματα καὶ κεφαλὴν ἴκελος Διὶ τερπικεραύνῳ,/ Ἄρεϊ δὲ ζώνην, στέρνον δὲ Ποσειδάωνι»∙ ὁ Ἀγαμέμνος, μιάζοντας τοῦ Ποισειδιοῦ στὰ στήθια,/ στὴν ὄψη καὶ στὴν κεφαλὴ μὲ τὸν κεραβνοκράτη/ τοῦ Κρόνου γιό, στὴ λεβεντιὰ μὲ τὸ γοργὸ τὸν Ἄρη, (μετάφραση Ἀλεξάνδρου Πάλλη). Στὸν γενάρχη τῶν Ἑλλήνων προσέτρεξε ὁ ἱστορικὸς τὴν ἐποχὴ τῆς ρωμαιοκρατίας.