Οἱ σχέσεις Εὐρώπης καὶ Τουρκίας ὀξύνονται, μὲ ἀπρόβλεπτη τὴν ἐξέλιξή τους∙ ὁ Ταχὶπ Ἐρντογὰν κλιμακώνει τὴν ἔνταση, γιὰ ἐσωτερικοὺς λόγους, ὡς ἀπάντηση στὸν ἐμφύλιο μὲ τοὺς Κούρδους καὶ τὴν οἰκονομικὴ κρίση, ἐνῶ ἡ ἔκβαση τοῦ πολέμου σὲ Συρία καὶ Ἰρὰκ ἀποβαίνει μᾶλλον εἰς βάρος του. Τὸ πρῶτο θύμα εἶναι ὁ Ἑλληνισμός, μὲ τὸ ναυάγιο τῶν διαπραγματεύσεων γιὰ τὸ Κυπριακὸ στὴν Ἑλβετία καὶ τὶς ἀπειλὲς κατὰ τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὴν ἀμφισβήτηση τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης καὶ νέου κύματος μεταναστῶν στὰ νησιά μας∙ ἡ κλιμάκωση εἶναι ἄγνωστη, διότι ἐξαρτᾶται ἀπ’ τὴν διεθνῆ κοινότητα, τὴν Ἀγκέλα Μέρκελ καὶ τὸν Βλαδίμηρο Ποῦτιν, διότι ἡ Ἀμερικὴ βρίσκεται σὲ περίοδο κενοῦ ἐξουσίας, μὲ ὅσα αὐτὸ συνεπάγεται. Τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα γίνεται χειρότερο, διότι εἶναι ἄγνωστες οἱ ὑποχωρήσεις τοῦ Ναπολεοντίσκου. Ὁ Κυριάκος Μητσοτάκης ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύηση, μὲ τὴν δήλωσή του, «μὴν παίζετε μὲ τὴν Ἑλλάδα».