Ὁ ἕνας μῆνας ἐξουσίας τοῦ Ντόναλντ Τρὰμπ ἔδειξε πολλὰ στοὺς Ἀμερικανοὺς καὶ στὸν ὑπόλοιπο κόσμο∙ οἱ ἀντιδράσεις ἐναντίον του, μὲ διαδηλώσεις καὶ νομικὰ μέσα, ὅπως στὴν ἀνακοπὴ ἐφαρμογῆς τοῦ ἀντιμεταναστευτικοῦ διατάγματος, εἶναι πρωτοφανεῖς στὴν ἱστορία τους, ἐνῶ ὀργανώνονται καὶ ἑταιρεῖες γιὰ τὴν ἔκπτωσή του ἀπ τὸ προεδρικὸ ἀξίωμα, ὅπως καὶ κινήσεις γιὰ ἀπόσχιση πολιτειῶν. Στὴν Γερουσία δὲν ἔχει ἐγκριθεῖ ἕνας ὑπουργός του, ἐνῶ ἔχει παραιτηθεῖ ὁ σύμβουλός του ἀσφαλείας, δύο ἑβδομάδες μετὰ τὸν διορισμό του καὶ συζητεῖται ἡ σύσταση Ἐπιτροπῆς της γιὰ τὶς διασυνδέσεις ἀνθρώπων του μὲ τοὺς Ρώσους∙ ἡ ἀναμέτρηση κλιμακώνεται, καθὼς ὁ πρόεδρος ἐξαπολύει μύδρους κατὰ τοῦ τύπου καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Οὐάσιγκτον. Στὶς διεθνεῖς σχέσεις, ἔχει ἁπαλύνει κάπως τὴν ὀξύτητα πρὸς τὴν Κίνα, ἀλλὰ ἔχει ἐμβαθύνει ἡ ἐπιφυλακτικότης τῶν Εὐρωπαίων ἀπέναντί του καὶ στὴν οἰκονομικὴ πολιτική του δὲν ἔχει παρουσιάσει τὶς κατευθύνσεις της.