Ἡ παρακμὴ τῆς περσικῆς αὐτοκρατορίας ἦταν γνωστὴ ἀπ’ τὸ τέλος τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου καὶ τὴν ἐσκτρατεία τῶν Σπαρτιατῶν, γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν ἑλληνικῶν πόλεων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὶς ὁποῖες οἱ ἴδιοι εἶχαν παραχωρήσει στοὺς Πέρσες∙ ἰδιατέρως ὁ Ἀγησίλαος εἶχε ἀποδείξει τὶς μεγάλες στρατηγικές του ἱκανότητες, παρὰ τὶς ἐλάχιστες δυνάμεις ποὺ διέθετε. Οἱ ἐμφύλιες ὅμως συγκρούσεις στὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ ἐξέγερση τῶν Θηβαίων, σὲ συνεργασία μὲ τοὺς Ἀθηναίους, κατὰ τῆς Σπάρτης τὴν ὑποχρέωσαν τὸ 393 π.Χ. νὰ ἀνακαλέσει τὸν Ἀγησίλαιο∙ ὀκτὼ χρόνια μετὰ ἡ εἰκὼν διὰλύσεως παρέμεινε στὴν αὐτοκρατορία. «Ὅπου γὰρ μικρῶν μερῶν ἥττους εἰσίν»∙ οἱ ὑπὸ ἐξέγερση μικρὲς πόλεις ἦταν σὲ μειονεκτικὴ θέση ἀπέναντι στοὺς Πέρσες. «Οὐκ ἄδηλον ὡς ἂν διατεθεῖεν, εἰ πᾶσιν ἡμῖν πολεμεῖν ἀναγκασθεῖεν»∙ δὲν εἶναι ἄδηλο τὸ πῶς θὰ συμπεριφερθοῦν, ἂν ὅλοι ἐμεῖς συστρατευθοῦμε στὸν πόλεμο. Ἦταν ὥριμες οἱ συνθῆκες γιὰ κατάκτηση τῆς Ἀσίας.