Τὴν αἰτία τοῦ κακοῦ γιὰ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα ἐπισημαίνει ὁ Ἰσοκράτης στὸν «Πανηγυρικό» του∙ ἔγραψε τὴν ὁμιλία του, τὴν δεύτερη δεκαετία τοῦ τετάρτου π.Χ. αἰῶνος καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν ταπεινωτικὴ γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ Ἀνταλκίδειο εἰρήνη, ὅταν ἡ Σπάρτη ἔθεσε ὑπὸ περσικὴν κηδεμονίαν καὶ τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. «Θαυμάζω δὲ τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν»∙ θαυμάζω μάλιστα τοὺς δυναστεύοντες στὶς πόλεις, ὅλοι διορισμένοι ἀπ’ τὴν Σπάρτη καὶ ὀλιγαρχικοὶ πολιτικὰ ἢ μᾶλλον τυραννικοὶ τὴν φύσιν. «Εἰ προσήκειν αὑτοῖς ἡγοῦμαι μέγα φρονεῖν»∙ ἐὰν ἁρμόζει γι’ αὐτοὺς πιστεύειν σοβαρὰ πράγματα. «Μηδὲν πώποθ’ ὑπὲρ τηλικούτων πραγμάτων μητ’ εἰπεῖν μήτ’ ἐνθυμηθῆναι δυνηθέντες»∙ τίποτε πότε γιὰ παρόμοια πράγματα, ἐκστρατείας κατὰ τῆς ὑπὸ διάλυση περσικῆς αὐτοκρατορίας, οὔτε νὰ ἀναφέρουν οὔτε νὰ θυμηθοῦν ἠδυνήθησαν. Ἡ διατήρηση τῆς σπαρτιατικῆς ἡγεμονίας ἦταν τὸ μοναδικὸ μέλημά τους καὶ ἡ κατάπνιξη τῶν κινημάτων γιὰ ἀπελευθέρωση τῶν πόλεων καὶ ἀνάταση τοῦ Ἑλληνισμοῦ.