Ἡ κατακραυγὴ τῶν Ἑλλήνων κατὰ τῆς Ἀνταλκιδείου εἰρήνης ἦταν γενική, μὲ τὴν ἐξαίρεση ἴσως μόνο τῆς Σπάρτης, ἂν καὶ δὲν βέβαιο ὅτι ὁ βασιλεὺς Ἀγησίλαος τὴν εἶχε ἐγκρίνει, παρὰ τὸ ὅτι τὴν ἐφάρμοσε πιστὸς εἰς τὰς ἐντολὰς τῶν ἐφόρων∙ τὸ χειρότερο ἀπ’ τὶς συνθῆκες ἦταν ἡ καλλιέργεια τῆς ἐντυπώσεως, ὅτι ὅποιος ἀναδυόταν μὲ κάποια δύναμη ὄφειλε ἀνατρέξαι εἰς τὰ Σοῦσα γιὰ βοήθεια καὶ στήριξη. «Διὸ καὶ τῶν πρεσβευσάντων ταύτην τὴν εἰρήνην δικαίως ἂν κατηγοροῖμεν»∙ γι’ αὐτὸ κι ὅσους διαπραγματεύτηκαν αὐτὴν τὴν εἰρήνη δικαίως θὰ μπορούσαμε νὰ τοὺς κατηγορήσουμε. «Ὅτι πεμφθέντες ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ὑπὲρ τῶν βαρβάρων ἐποιήσαντο τὰς συνθήκας»∙ ὅτι ἐνῶ εἶχαν ἀποσταλεῖ ἀπ’ τοὺς Ἕλληνας συνομολόγησαν τὶς συνθῆκες ὑπὲρ τῶν βαρβάρων. Ἀκόμη καὶ οἱ Θηβαῖοι στρατηγοὶ εἶχαν ζητήσει τὴν βοήθεια τοῦ μεγάλου βασιλέως, μὲ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Πελοπίδου∙ μόνο οἱ Μακεδόνες ἀρνήθηκαν, κι αὐτὸ μέτρησε πολύ.