Τοὺς μὴ παντάπασι ἀνάνδρως

Τὰ ἐρωτήματα τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου, γιὰ τὴν κατάπτωσή του καὶ τὴν ἑκούσια ὑποταγή του στοὺς Πέρσες μὲ τὴν Ἀνταλκίδειο εἰρήνη, θέτει ὁ Ἰσοκράτης στὸν «Πανηγυρικό» του∙ ἀπ’ τὸ κείμενό του φαίνεται, ὅτι γνωρίζει τὶς ἀνησυχίες τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν διάθεσή τους γιὰ ἀντίδραση ἀπέναντι στὴν σπαρτιατικὴ ἡγεμονία, ἡ ὁποία καὶ ἐπέβαλε τὴν κηδεμονία, ἐνῶ διαβλέπει καὶ τὸ ἀτελέσφορο τῶν προσπαθειῶν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐνδίδει καὶ ὁ ἴδιος καὶ οἱ ὁμοφρονοῦντες μαζί του. «Τίσι δὲ φθονεῖν εἰκός ἐστι τοὺς μὴ παντάπασιν ἀνάνδρως διακειμένους ἀλλὰ μετρίως τούτῳ τῷ πράγματι χρωμένους;» ποιοί δὲ φθονοῦν ὅπως εἶναι γνωστὸ αὐτοὺς ποὺ δὲν συμπεριφέρονται καθόλου ὡς ἄνανδροι ἀλλὰ μὲ πόνο ψυχῆς ἀνέχονται αὐτὴν τὴν κατάσταση; Ἦταν ἡ ἀπειλὴ τῆς σπαρτιατικῆς στρατιωτικῆς μηχανῆς ποὺ καταδυνέστευε τοὺς Ἕλληνες∙ λίγα χρόνια μετὰ ἡ ἐξέγερση τῶν Θηβαίων ἔθετε τέλος στὴν ἡγεμονία τῶν Λακεδαιμονίων στὴν Ἑλλάδα.