Μὲ αἰσιοδοξία ἔληξε ὁ πρῶτος γύρος τῶν διαβουλεύσεων, γιὰ τὸν σχηματισμὸ νέου μεγάλου συνασπισμοῦ στὴν Γερμανία∙ οἱ ἀντιπροσωπεῖες Χριστιανοδημοκρατῶν καὶ Σοσιαλδημοκρατῶν, ἀπὸ πενῆντα ἄτομα ἑκάστη, ἐπεξεργάσσθηκαν διεθνῆ θέματα καὶ ἀναμένονται νέες συναντήσεις τους σχεδὸν καθημερινά. Οἱ πιέσεις γιὰ συμφωνία τὸ ταχύτερο εἶναι ἰσχυρές, διότι ὅλοι ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἀποβαίνουν οἱ καθυστερήσεις εἰς βάρος τῆς γερμανικῆς καὶ εὐρωπαϊκῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτικῆς παρουσίας τῆς Εὐρωζώνης στὰ κρίσιμα διεθνῆ προβλήματα∙ ὁ Ἐμμανουὲλ Μακρὸν ἔχει ἀναλάβει τὸ βάρος τῆς ἐκπροσωπήσεως, ἀλλὰ εἶναι αἰσθητὴ ἡ οὐσιαστικὴ ἀπουσία τοῦ Βερρολίνου σὲ πάρα πολλὰ θέματα. Οἱ Εὐρωπαῖοι, καὶ οἱ Γερμανοὶ περισσότερο, ἀντιλαμβάνονται ὅτι, ἔχει τελειώσει ἡ περίοδος τῆς μεταπολεμικῆς ἀμεριμνησίας καὶ ὅτι ὀφείλει ἡ Εὐρώπη ἀναλαβεῖν τὰς εὐθύνας της. Ἀλλὰ αὐτὸ σημαίνει πρωτίστως ἀνάληψη τῶν εὐθυνῶν τῆς Γερμανίας, γιὰ τὴν ἑνιαία ἐξωτερικὴ καὶ ἀμυντικὴ πολιτικὴ τῆς Εὐρωζώνης∙ οἱ μικροὶ ἑταῖροι ἀκολουθοῦν κατὰ βῆμα.