Ἡ ἐξαφάνιση τῆς Βρεταννίας ἀπ’ τὴν διεθνῆ πολιτικὴ σκηνή, ὅταν τόσα γεγονότα διαδραματίζονται καὶ προκαλοῦν τὴν ἀνατροπὴ τῶν παραδοσιακῶν συσχετισμῶν δυνάμεως, συζητεῖται εὐρύτατα στοὺς διπλωματικοὺς κύκλους∙ εὐρωτουρκικὲς σχέσεις, Βαλκάνια, Συρία, Ἱερουσαλήμ, Ἰράν, Βόρειος Κορέα βρίσκονται στὸ ἐπίκεντρο τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς καὶ τὸ Λονδίνο εἶναι ἀπόν, γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ ἀπὸ διακόσια χρόνια. Ἡ νίκη στὸ Βατερλὼ εἶχε ἀναδείξει τὴν Μεγάλη Βρεταννία κυρίαρχη δύναμη στὴν Εὐρώπη καὶ στὸν κόσμο∙ τὸ πρὸ διετίας δημοψήφισμα, γιὰ τὸ Brexit ἦταν ἀρκετό, γιὰ τὴν παραμέρισή της στὸ περιθώριο∙ ἡ πρωθυπουργός της ἀποδεικνύεται ἐλάχιστη γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση ἀκόμη καὶ τῆς ἐξόδου ἀπ’ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση, ἐνῶ τὸ κενὸ ποὺ ἀφήνει τὸ καλύπτουν Γαλλία καὶ Γερμανία. Μάλιστα εἶναι ἡ μόνη πολιτικὸς ποὺ συμπαραστάθηκε στὸν Ἀμερικανὸ πρόεδρο, μετὰ τὰ ὅσα γράφονται γιὰ τὴν προσωπικότητά του, κι ὅλοι ἐμειδίασαν ἐπιεικῶς. Τερέζα Μαίυ καὶ Ναπολεοντίσκος ἀποδεικνύονται ἀμερικανόδουλοι.