Πρὸς ἐπίσπευση τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ μεγάλου συνασπισμοῦ κινοῦνται οἱ διαβουλεύσεις Χριστιανοδημοκρατῶν καὶ Σοσιαλδημοκρατῶν, καθὼς οἱ πιέσεις ἀπ’ τὶς Βρυξέλλες καὶ τὶς ἄλλες εὐρωπαϊκὲς πρωτεύουσες αὐξάνονται∙ ὁ Ζὰν Κλὼντ Γιοῦνκερ προχώρησε περισσότερο καὶ τόνισε τὶς ἀρνητικὲς ἐπιπτώσεις γιὰ τὴν Εὐρώπη, ἀπ’ τὴν ἀπουσία κυβερνήσεως στὴν Γερμανία. Περισσότερο ὅμως διογκοῦται τὸ κύμα τῆς δυσαρεσκείας ἐντὸς τῆς χώρας∙ οἱ Γερμανοὶ αἰσθάνονται ὅτι παρακάμπτονται ὡς χώρα στὰ εὐρωπαϊκὰ καὶ διεθνῆ θέματα, μὲ τὴν παράταση τῆς πολιτικῆς ρευστότητος, ἐνῶ εἶχαν συνηθίσει τὶς τελευταῖες δεκαετίες, καὶ περισσότερο μὲ τὴν Ἀγκέλα Μέρκελ, τὴν κυβέρνησή τους στὸ κέντρο τῶν γεγονότων∙ ταυτοχρόνως φοβοῦνται ὅτι μπορεῖ νὰ χάσουν τὴν οἰκονομική τους εὐημερία καὶ νὰ ἐπανέλθουν στὴν ἀπομόνωσή τους. Ἄλλωστε, ἡ παράταση τῆς ρευστότητος δὲν εὐνοεῖ τὸ ἄκρα, δεξιὰ ἢ ἀριστερά, ἐνῶ θεωρεῖται τὶς τυχὸν νέες ἐκλογὲς θὰ κερδίσει καὶ πάλι ἡ καγκελάριος, καὶ μὲ μεγαλύτερη πλειοψηφία μάλιστα.