Οἱ διαμαρτυρίες τῶν πολυεθνικῶν ἑταιρειῶν, γιὰ τὶς ἐπιπτώσεις τοῦ οὐκρανικοῦ πολέμου, πρὸς τὴν ἀμερικανικὴ κυβέρνηση πυκνώνουν καὶ αὐξάνονται σὲ ἔνταση, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα· οἱ ἑταιρεῖες, ψηφιακές, πετρελαϊκές, τραπεζικές, βιομηχανικές, ὑπογραμμίζουν, ὅτι, ὅπως τὸ δημοσιοποιοῦν οἱ ἴδιες, ὁ πόλεμος ἔχει σοβαρώτατες ἀρνητικὲς ἐπιδράσεις στὴν δυτικὴ οἰκονομία, καὶ σὲ ἐκείνη τῶν Ἀναδυομένων, οἱ ὁποῖες ἐπιδεινώνονται γεωμετρικῶς, ὅσο παρατείνεται. Τὰ ἴδια, λένε οἱ Ἰταλοί, ἐπισήμανε καὶ ὁ Μάριο Ντράγκι, στὸν Τζὸ Μπάιντεν, τὴν παρελθοῦσα ἑβδομάδα· ἡ ἀμερικανικὴ κυβέρνηση ὅμως παρουσιάζει ἐξαιρετικὴ δυσκαμψία στὶς κινήσεις της, ἐπειδὴ λογαριάζει τὶς ἀντιδράσεις τῆς κοινῆς γνώμης, καθὼς ἡ δημοτικότης τοῦ προέδρου κατρακυλάει καὶ βλέπει πιθανὴ τὴν ἧττα του στὶς ἐνδιάμεσες ἐκλογὲς τοῦ Νοεμβρίου. Ἀπ’ τὴν ἄλλη, ἡ Εὐρώπη βρίσκεται ἀκέφαλη κι ἀδύναμη ὑψῶσαι τὴν δική της φωνή, ὁπότε ἀκολουθεῖ τὶς ἀμερικανικὲς ἐντολές· οἱ πιθανότητες ἀποδεσμεύσεώς της εἶναι ἐλάχιστες, ὅσο παραμένει ἡ διφωνία στὴν γερμανικὴ κυβέρνηση.