Οἱ φόβοι ἐπεκτάσεως σὲ κανονικὸ οἰκονομικὸ πόλεμο, τῶν κυρώσεων στὶς συναλλαγὲς τεχνολογικοῦ ἐξοπλισμοῦ μὲ τὴν Κίνα, εἶναι διάχυτοι στὴν Οὐάσιγκτον· οἱ πολυεθνικές της ἑταιρεῖες σὲ πρῶτο βῆμα καὶ πολλοὶ ἔγκυροι ἀναλυτὲς προειδοποιοῦν, ὅτι ἡ ἀμερικανικὴ οἰκονομία εἶναι ἀδύναμη ἀπέναντι στὴν κινεζική, γιὰ τρεῖς κυρίως λόγους, ἔχει ἀπαρχαιομένη παραγωγικὴ ὑποδομή, ἀφοῦ τὴν τελευταία τεσσαρακονταετία τουλάχιστον δὲν ἔγινε κανένα σοβαρὸ δημόσιο ἔργο, ἡ πλειονότης τῶν διαρκῶν παραγωγικῶν καὶ καταναλωτικῶν ἀγαθῶν της προέρχεται ἀπ’ τὴν Κίνα, κι ὁ ἀμερικανικὸς λαὸς δὲν διαθέτει τὴν συνοχὴ καὶ μαχητικότητα τοῦ κινεζικοῦ, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίσει βαθειὲς κοινωνικὲς κρίσεις. Τὸ ἀντίστοιχο συμβαίνει καὶ στὴν Βρεταννία, ἐνῶ ἡ Εὐρώπη δείχνει ὅτι διαθέτει συνοχή, ἴσως ὄχι ἐπαρκῆ, κι ἔχει ἐκσυγχρονισμένη σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν παραγωγική της ὑποδομή. Ἑπομένως, οἱ ἀπειλὲς θυμίζουν στοὺς πικρόχολους, τὶς ἀντίστοιχες κατὰ τῆς Ρωσίας, πρὸ τοῦ οὐκρανικοῦ πολέμου, ὅτι θὰ χρεωκοπήσει ὁπωσδήποτε σύντομα…