Ἡ δοκιμασία τῆς διεθνοῦς οἰκονομίας συνεχίζεται, μὲ πρώτη τὴν δυτική, μετὰ τὴν πανδημία καὶ τὴν ἐνεργειακὴ κρίση τώρα· οἱ Εὐρωπαῖοι, πρῶτοι, διαπιστώνουν ὅτι ἦταν τὰ κύρια θύματα τοῦ οὐκρανικοῦ πολέμου καὶ τῆς πλήρους ταυτίσεώς τους μὲ τοὺς Ἀμερικανοὺς καὶ στὰ οἰκονομικὰ προβλήματα. Αὐτὸ τὸ εἶδαν στὴν τσέπη τους πολὺ ἀκριβά, καθὼς ἡ Οὐάσιγκτον προθυμοποιήθηκε στὴν προμήθεια φυσικοῦ ἀερίου της, ἀλλὰ σὲ ἑξαπλάσια τιμὴ ἀπὸ ἐκείνη στὸ ἐσωτερικό της, καὶ μὲ ἐπιβολὴ ἐπιδοτήσεων 80% στὴν παραγωγὴ ἠλεκτρικῶν αὐτοκινήτων, ἐνῶ κωφεύει καὶ στὶς ἐπίσημες διαμαρτυρίες· ὅλοι ἔχουν πεισθεῖ πλέον, ὅτι στόχος τοῦ πολέμου ἦταν ἡ ἀπαξίωση τῆς γερμανικῆς βαρειᾶς βιομηχανίας, στυλοβάτου τοῦ εὐρώ. Τὸ μαζικὸ ἄνοιγμα στὴν Κίνα ἀπετέλεσε οὐσιαστικὸ ἀντίβαρο, ἐνῶ καὶ οἱ ὑπόλοιποι κλάδοι εἶναι πλέον ἐπιφυλακτικοὶ στὶς ἀμερικανικὲς προτάσεις συνεργασίας· «ὅποιος καεῖ στὸ κουρκοῦτι, φυσάει καὶ τὸ γιαοῦρτι», λέει ἡ σοφὴ λαϊκὴ παροιμία καὶ πείθει ὅλους.