Ἡ ἐπιβολὴ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν εἰσαγωγῶν κινεζικῶν τεχνολογικῶν διαρκῶν παραγωγικῶν καὶ καταναλωτικῶνν ἀγαθῶν πέντε μεγάλων ἑταιρειῶν τους χαρακτηρίζεται ἀπ’ τὶς κακὲς γλῶσσες τῆς Οὐάσιγκτον, ὡς τραμπικὴ πολιτικὴ τοῦ Τζὸ Μπάιντεν· πρὸ πενταετίας εἶχαν ἐπιβληθεῖ τὰ ἴδια ἀκριβῶς μέτρα, κατὰ τῶν ἴδιων ἑταιρειῶν, χωρὶς νὰ τὶς κατονομάζει, περιλαμβάνοντας μάλιστα καὶ πολλὰ εὐρωπαϊκὰ καὶ ρωσικὰ προϊόντα, ἀλλὰ λίγους μῆνες μετὰ ὑποχρεώθηκε σὲ ἄτακτη ὑποχώρηση, ἀνακαλώντας ὅλα τὰ μέτρα. Ὁ λόγος εἶναι ἕνας, ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ παραγωγικὴ δομὴ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἀδυνατεῖ καλύψαι τὶς ἐσωτερικὲς ἀνάγκες τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν κι οὔτε ὑπάρχουν ἐναλλακτικὲς πηγὲς στὴν διεθνῆ ἀγορά· οἱ Ἀμερικανοὶ ἐγκατέλειψαν τὴν παραγωγὴ τῶν προϊόντων αὐτῶν κι ἐστράφησαν στὴν εἰσαγωγή τους ὡς φθηνότερη κι ἀποκομίζουσα περισσότερα κέρδη στοὺς εἰσαγωγεῖς. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρουν τὶς σπάνιες γαῖες, ὅταν πρὸ τεσσαρακονταετίας ἦταν πρῶτοι στὴν παραγωγή, ἀλλὰ τὴν παραμέρισαν καὶ δὲν προχώρησαν στὴν ἐπανεκκίνησή της.