Σὲ διόγκωση ὁδηγοῦνται οἱ οἰκονομικὲς ἐπιφανειακῶς εὐρωατλαντικὲς διαφορές, καθὼς ἡ Οὐάσιγκτον ἀρνεῖται κάθε διάλογο, γιὰ τὴν ἀνάκληση τῶν προστατευτικῶν τῆς βιομηχανίας της μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ αὔριο τίθενται σὲ ἐφαρμογὴ καὶ ἐπίκεινται οἱ εὐρωπαϊκὲς ἀντιδράσεις· δύο μορφῶν εἶναι αὐτές, τὰ ἀντίμετρα κατὰ τῶν ἀμερικανικῶν ἐξαγωγῶν καὶ ἡ προσφυγὴ στὸν ΠΟΕ, ἡ ὁποία ὅμως βραχυχρονίως μόνο πολιτικὲς προεκτάσεις ἔχει, μὲ τὴν μίμησή της κι ἀπὸ ἄλλες μεγάλες χῶρες, Κίνα, Ἰνδίες. Ὁπωσδήποτε, στοὺς 27 δὲν ὑπάρχει σαφὴς ὁμοφωνία, μὲ ἀντιδράσεις ἀπ’ τὶς πρώην κομμουνιστικὲς χῶρες, ἀλλὰ αὐτὲς δὲν εἶναι τόσο ἰσχυρές, ὅσο εἶναι φιλοατλαντικὲς στὸν οὐκρανικὸ πόλεμο· τὸ κύριο πρόβλημα στὴν Οὐάσιγκτον εἶναι ἄλλο, ἀνέμεναν μὲ τὸν οὐκρανικὸ πόλεμο, ὅτι θὰ καθίστατο μὴ ἀνταγωνιστικὴ ἡ γερμανικὴ βαρειὰ βιομηχανία κι ἤλπιζαν, ὅτι ἡ διεθνὴς ζήτηση θὰ ἐστρέφετο στὴν ἀμερικανική. Αὐτὸ δὲν συνέβη, ἐπειδὴ οἱ Ἀναδυόμενοι ἐστράφησαν κυρίως πρὸς Κίνα καὶ Ἰνδίες.