Ἡ δυσκαμψία τοῦ Βερολίνου λόγῳ τῶν διαφωνιῶν στὴν τρικομματικὴ κυβέρνησή του προκαλεῖ καὶ τὰ περισσότερα προβλήματα στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση· κορυφαῖο ἀπὸ πολιτικῆς πλευρᾶς εἶναι ἡ ἀγρανάπαυση τοῦ Γαλλογερμανικοῦ Ἄξονος κι ἡ παραμέληση τῆς εὐρωπαϊκῆς συνοχῆς, πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς, ἐπειδὴ ὁ Σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος δὲν βρίσκει πειστικὴ γλῶσσα ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς Πράσινους καὶ τοὺς Φιλελεύθερους. Ἀλλά, ὁ γερμανικὸς λαός, μὲ πρωτοπόρο τὴν βαρειὰ βιομηχανία του καὶ τοὺς ἄλλους οἰκονομικοὺς κλάδους ἀντιδροῦν κι ἐπιχειροῦν τὴν ἀναζωογόνηση τῶν συναλλαγῶν τους μὲ τὴν Κίνα καὶ τοὺς Ἀναδυόμενους καὶ μέσῳ αὐτῶν καὶ μὲ τὴν Ρωσία· αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότητα στὴν Γερμανία κι ἀποτελεῖ τὸ κύριο θέμα συζητήσεως τῶν διπλωματικῶν κύκλων. Τὸ ἐρώτημά τους εἶναι, τὸ πόσο μπορεῖ νὰ διαρκέσει ἡ ζωὴ τῆς κυβερνήσεως; Δύσκολη ἡ ἀπάντηση, καθὼς οὔτε τὸ Ὑπουργικό τους Συμβούλιο συνεδριάζει ὅπως παλιά, καὶ οἱ ὑπουργοὶ ἐπιδίδονται, «Στὸ ἀπόψε αὐτοσχεδιάζουμε», συστηματικά.