Ἡ κυβέρνηση ἀποδεικνύεται ὅτι δυσκολεύεται πολὺ στὴν διαχείριση τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, λόγῳ ἐμφανοῦς πολιτικῆς ἀδυναμίας της καὶ φόβου γιὰ τὴν κοινοβουλευτική της πλειοψηφία∙ οἱ δανειστὲς θέτουν ὡς ἀπαραίτητους ὅρους, γιὰ ἔγκριση τῆς δόσεως τοῦ ἑνὸς δις εὐρώ -πέραν τῶν δύο ποὺ ἐγκρίθηκαν-, καὶ τὸ χρέος, τὴν θέσπιση τῶν μεταρρυθμίσεων στὸ ἀσφαλιστικό, ἀγροτικό, ἐργασιακά, τοὺς ὁποίους ἐμφανίζεται ἐντελῶς ἀνίκανη νὰ τοὺς ἐκπληρώσει. Ὁ Ναπολεοντίσκος γνωρίζει ἄριστα ὅτι δὲν ἔχει δυνατότητες ἄλλης διεξόδου, ἐκλογὲς ἢ δημοψήφισμα, παρὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν συγκεκριμένων προβλημάτων∙ τώρα εἶναι δέσμιος τῆς πολιτικῆς του, ὅταν μάλιστα οἱ τράπεζες ὁλοκλήρωσαν τὴν ἀνακεφαλαιοποίησή τους, μὲ συνολικὴ ἀξία ὀκτακόσια ἑκατομμύρια εὐρώ, ἀπὶ 34 δις πέρυσι τὴν ἴδια ἐποχή. Αὐτὸ σημαίνει κανονικὸ ξεπούλημα τῶν τραπεζῶν καὶ τῶν δανείων τους στοὺς ξένους κερδοσκόπους∙ «κανέναν σπίτι σὲ τραπεζίτη», ἔλεγε καὶ ἐννοοῦσε ὅτι θὰ πᾶνε ὅλα στοὺς ἀτλαντικοὺς κερδοσκόπους καὶ στοὺς ἡμετέρους.