Ἡ ὑποχώρηση τοῦ ἀθηναϊκοῦ στόλου ἀπ’ τὸ Ἀρτεμίσιο, μετὰ τὴν αὐτοθυσία τοῦ Λεωνίδου καὶ τῶν τριακοσίων στὶς Θερμοπύλες, ἦταν ἡ χειρότερη στιγμὴ γιὰ τοὺς Ἀθηναίους∙ οἱ Πέρσες σάρωναν τὴν Βοιωτία καὶ δὲν εἶχαν μείνει ἄλλες ἑλληνικὲς πόλεις ποὺ νὰ ἀνθίστανται ἀκόμη. «Προσπλεουσῶν δὲ τριήρεων διακοσίων καὶ χιλίων καὶ πεζῆς στρατιᾶς ἀναριθμήτου μελλούσης εἰς τὴν Ἀττικὴν εἰσβαλεῖν»∙ προσέπλεαν τότε χίλιες διακόσιες τριήρεις καὶ πεζικὸς στρατὸς ἀναρίθμητος ἐπρόκειτο εἰσβαλεῖν στὴν Ἀττική. «Οὐδεμιᾶς σωτηρίας αὐτοῖς ὑποφαινομένης»∙ καὶ δὲν διαφαινόταν καμμία σωτηρία γιὰ τοὺς Ἀθηναίους. «Ἀλλ’ ἔρημοι συμμάχων γεγενημένοι καὶ τῶν ἐλπίδων ἁπασῶν διημαρτηρικότες»∙ ἀλλὰ ἀπέμειναν ἔρημοι ἀπὸ συμμάχους καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐλπίδες τους διαψεύσθηκαν. Ἦταν ἡ ὥρα κρισίμων ἀποφάσεων γιὰ τὸν ἀθηναϊκὸ λαὸ καὶ τότε ἀνεδείχθη τὸ ὑψηλό του φρόνημα καὶ ἡ διάθεσή του νὰ μὴν παραδοθεῖ στοὺς βαρβάρους∙ δέχθηκε τὴν συμβουλὴ τοῦ Θεμιστοκλέους καὶ ἐμπιστεύθηκε τὰ ξύλινα τείχη.