Οἱ Ἀθηναῖοι καὶ οἱ Σπαρτιάτες μὲ τοὺς Πελοποννήσους, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐτείχιζαν τὸν Ἰσθμὸ τῆς Κορίνθου, εἶχαν ἀπομείνει μόνοι κατὰ τῶν Περσῶν∙ ἐλάχιστες μικρὲς πόλεις, ὅπως οἱ Πλαταιές, εἶχαν ἀρνηθεῖ τὴν ὑποταγή τους στοὺς βαρβάρους εἰσβολεῖς. «Οὐδ’ ὀργισθέντες τοῖς Ἕλλησιν ὅτι προὐδόθησαν ἀσμένως ἐπὶ τὰς διαλλαγὰς τὰς πρὸς τοὺς βαρβάρους ὥρμησαν»∙ οὔτε ὀργίσθηκαν κατὰ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ὅσων ἀσμένως ἔτρεξαν πρὸς τοὺς βαρβάρους γιὰ συνδιαλλαγή. «Ἀλλ’ αὐτοὶ μὲν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας πολεμεῖν παρεσκευάζοντο»∙ ἀλλὰ αὐτοὶ παρασκευάζονται γιὰ τὴν πράσπιση τῆς ἐλευθερίας τους μὲ τὸν πόλεμο. «Τοῖς δὲ ἄλλοις τὴν δουλείαν αἱρουμένους συγνώμην εἶχον»∙ καὶ ὅσους ἀπ’ τοὺς ἄλλους εἶχαν προτιμήσει τὴν δουλεία τοὺς συγχωροῦσαν. Ἦταν ἀνεκτικοὶ πρὸς τὶς πολιτικὲς ἐπιλογὲς τῶν μικρῶν πόλεων, διότι γνώριζαν κάτω ἀπὸ ποιὲς συνθῆκες βρίσκονταν ἀπέναντι στὴν ἀμέτρητη στρατεία τῶν Περσῶν∙ ὁ ἐλεύθερος πολίτης ἀναγνωρίζει τὶς πραγματικὲς ἀνάγκες κάτω ἀπὸ ἔκτακτες συνθῆκες.