Τοὺς τὴν αὑτῶν ἐκλιπόντες

Ὁ Ξέρξης εἶχε εἰσβάλει στὴν Ἀττικὴ καὶ οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τὴν πόλη τους καὶ κετέφυγαν στὴν Σαλαμῖνα καὶ στὴν Τροιζηνία, ἐνῶ ὁ ἑλληνικὸς στόλος εἶχε συγκεντρωθεῖ στὸ στενὸ τῆς νήσου∙ ἐτίθετο τὸ ζήτημα τοῦ ποιὸς μεταξὺ Σπαρτιατῶν καὶ Ἀθηναίων θὰ ἡγηθεῖ τῶν Ἑλλήνων. Δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ὅσοι καὶ στοὺς προηγούμενους πολέμους εἶχαν νικήσει, στὸν Μαραθῶνα; «οὐ τοὺς τὴν αὑτῶν πόλιν ἐκλιπόντας ὑπὲρ τῆς τῶν ἄλλων σωτηρίας;» οὔτε ὅσους ἐγκατέλειψαν τὴν πόλη τους γιὰ τὴν σωτηρία καὶ τῶν ἄλλων; «Καὶ τό τε παλαιὸν οἰκιστὰς τῶν πλείστων πόλεων γενομένους;» καὶ ὅσων ἀπὸ παλαιοτερα θεωροῦνται οἰκιστὲς τῶν περισσοτέρων πόλεων; ἐννοεῖ μετὰ τὴν κάθοδο τῶν Δωριέων. «Καὶ πάλιν αὐτὰς ἐκ τῶν μεγίστων συμφορῶν διασώσαντας;» καὶ πάλιν αὐτὰς ἀπ’ τὶς μεγάλες συμφορὲς διασώσαντες; Τελικά, ὅμως ὑποχώρησαν καὶ ἐδέχθησαν ἀρχιναύαρχο Σπαρτιάτη, τὸν Εὐρυβιάδη, στὴν ναυμαχία ποὺ ἀκολούθησε σὲ λίγες μέρες.