Τὰς πόλεις καταλαμβάνουσιν

Στὴν ἀπόλυτη ἀναρχία καὶ ἀταξία στὸν ἑλληνικὸ κόσμο, μετὰ τὴν ἀνταλκίδειο εἰρήνη τοῦ 386 π.Χ., ἀναφέρεται ὁ Ἰσοκράτης στὸν «Πανηγυρικόν» του∙ οἱ πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἶχαν κηρυχθεῖ αὐτόνομες, ἀλλὰ μὲ τὸν περσικὸ στρατὸ στὰ σύνορά τους καὶ τὴν ἀδυναμία βοηθείας ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα ἦταν οὐσίᾳ ὑποτελεῖς στὸν μεγάλο βασιλέα. «Τίς γὰρ ἂν τοιαύτης καταστάσεως ἐπιθυμήσειεν;» καὶ ποιὸς θὰ ἠδύνατο ἐπιθυμῆσαι παρόμοια κατάσταση; «Ἐν ᾗ καταποντισταὶ μὲν τὴν θάλασσαν κατέχουσι, πελτασταὶ δὲ τὰς πόλεις καταλαμβάνουσιν»∙ στὴν ὁποία οἱ πειρατὲς ἐλέγχουν τὴν θάλασσα καὶ οἱ ἀντάρτες μισθοφόροι καταλαμβάνουν τὶς πόλεις. «Ἀντὶ δὲ τοῦ πρὸς ἑτέρους περὶ τῆς χώρας πολεμεῖν ἐντὸς τείχους οἱ πολῖται πρὸς ἀλλήλους μάχονται»∙ ἀντὶ δὲ πρὸς τοὺς ξένους γύρω ἀπ’ τὴν πόλη τους νὰ πολεμοῦν οἱ πολῖτες, ἐντὸς τῶν τειχῶν συγκρούονται μεταξύ τους. Αὐτὴ ἦταν ἡ κατάσταση στὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν ἐπιβολὴ τῆς σπαρτιατικῆς ἡγεμονίας.