Ὁ Ἀρταξέρξης ἀνέθεσε τὴν ἀρχηγία τῆς καταδιώξεως τῶν μυρίων στὸν σατράπη του Τισαφέρνη, γνωστὸ γιὰ τὶς παρεμβάσεις του ὑπὲρ τῶν Σπαρτιατῶν στὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο∙ ἡ πορεία ἀπ’ τὴν καρδιὰ τῆς περσικῆς αὐτοκρατορίας πρὸς τὴν θάλασσα ἦταν λίαν ἐπικίνδυνη καὶ πολὺ ἀμφίβολη στὴν ἐπιτυχία της. «Ἀπιοῦσιν αὐτοῖς Τισαφέρνην καὶ τοὺς ἱππέας συνέπεμψεν»∙ ὅταν ἀποχώρησαν, οἱ μύριοι ἀπ’ τὸ στρατόπεδο στὰ Κούναξα, ἀμέσως ἀπέστειλε μαζί τους τὸν Τισαφέρνη καὶ τὸ ἱππικό. «Ὑφ’ ὧν ἐκεῖνοι παρὰ πᾶσαν ἐπιβουλευόμενοι τὴν ὁδὸν ὁμοίως διεπορεύθησαν ὡσπερανεὶ προπεμπόμενοι»∙ ὑπὸ τὴν συνεχῆ παρακολούθηση τῶν ὁποίων σὲ ὅλη τὴν διαδρομὴ προχώρησαν, ὡσὰν νὰ ἦταν προπορευόμενοι. «Μάλιστα μὲν φοβούμενοι τὸ ἀοίκητον τῆς χώρας»∙ μάλιστα οἱ Ἕλληνες φοβόντουσαν ὅτι οἱ περιοχὲς ἦταν ἀκατοίκητες. «Μέγιστον δὲ τῶν ἀγαθῶν νομίζοντες εἰ τῶν πολεμίων ὡς πλείστους ἐντύχοιεν»∙ μάλιστα θεωροῦσαν ὡς καλύτερη τύχη ἐὰν συναντοῦσαν στὸ δρόμο τους περισσότερους ἀπ’ τοὺς Πέρσες.