Στοὺς Ἕλληνες τοῦ τετάρτου π.Χ. αἰῶνος ἦταν διάχυτη ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ μεγάλος πόλεμος μὲ τοὺς Πέρσες θὰ ἐρχόταν ὁπωσδήποτε∙ ἡ Ἀνταλκίδειος εἰρήνη καὶ ἡ ὑπαγωγὴ καὶ τῆς κυρίως Ἑλλάδος ὑπὸ τὴν περσικὴν κηδεμονίαν εἶχε ἐμπεδώσει ἀκόμη περισσότερο τὴν πεποίθηση αὐτή. «Νῦν μὲν γὰρ μάτην ποιούμεθα τὰς περὶ τῆς εἰρήνης συνθήκας»∙ ἐπὶ ματαίῳ τώρα ἔχουμε συνάψει τὶς περὶ τῆς εἰρήνης συνθῆκες, δηλαδὴ τὴν Ἀνταλκίδειο εἰρήνη. «Οὐ γὰρ διαλυσόμεθα τοὺς πολέμους ἀλλὰ ἀναβαλλόμεθα»∙ διότι δὲν θὰ καταργήσουμε τοὺς πολέμους, γράφει μὲ πικρία ὁ Ἰσοκράτης, ἀλλὰ θὰ τοὺς ἀναβάλουμε. «Καὶ περιμένομεν τοὺς καιροὺς ἐν οἷς ἀνήκεστόν τι κακὸν ἀλλήλους ἐργάσασθαι δυνησόμεθα»∙ καὶ θὰ περιμένουμε τὸν καιρὸ κατὰ τὸν ὁποῖο κάποιο ἀναπόφευκτο κακὸ θὰ μᾶς ὑποχρεώσει στὴν ὁριστικὴ σύγκρουση. Τὸ γνώριζε ὁ φιλόσοφος καὶ ἦταν ἡ ἀποστολὴ τῆς μακεδονικῆς ήγεμονίας γιὰ τὴν ἐκδίκηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπέναντι στὰ δεινὰ τῶν Περσῶν.